WordReference English-Greek Dictionary © 2025:
Κύριες μεταφράσεις |
treasure n | (precious items: money, jewels) | θησαυρός ουσ αρσ |
| The pirates had a chest full of treasure. |
| Οι πειρατές είχαν ένα σεντούκι γεμάτο θησαυρό. |
treasure n | figurative ([sth] highly valued) (μεταφορικά) | θησαυρός ουσ αρσ |
| The old lady's collection of porcelain figurines were her treasures. |
| Η συλλογή με τα πορσελάνινα αγαλματίδια ήταν ο θησαυρός της ηλικιωμένης γυναίκας. |
treasure n | figurative (valued person) (μεταφορικά) | θησαυρός ουσ αρσ |
| | διαμάντι ουσ ουδ |
| | άγγελος ουσ αρσ |
| My daughter is a treasure; she does so much for me. |
| Η κόρη μου είναι θησαυρός· κάνει τόσα πολλά για εμένα. |
treasure [sth]⇒ vtr | (appreciate, value [sth]) | δίνω μεγάλη αξία σε κτ, θεωρώ κτ πολύτιμο περίφρ |
| | εκτιμώ ιδιαίτερα ρ μ + επίρ |
| While she was ill, Helen treasured visits from her friends, as they brightened her day. |
| Ενώ ήταν άρρωστη, η Έλεν εκτιμούσε ιδιαίτερα τις επισκέψεις των φίλων της επειδή έκαναν πιο ευχάριστη την ημέρα της. |
treasure [sb]⇒ vtr | (cherish, love [sb]) | λατρεύω ρ μ |
| | υπεραγαπάω, υπεραγαπώ ρ μ |
| Adam treasures Charlotte, so he's asked her to marry him. |
| Ο Άνταμ υπέραγαπα την Σάρλοτ και για αυτό της ζήτησε να τον παντρευτεί. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2025: